δημαγωγός

δημᾰγωγ-ός, ,
A popular leader, as Cleon or Pericles, Th. 4.21, Isoc.8.126;

δ. ἀγαθοί Lys.27.10

;

ὁ δίκαιος δ. Hyp.Dem.Fr. 5

.
2 more freq. in bad sense, leader of the mob, demagogue, X. HG2.3.27;

ὀχλοκόπος καὶ δ. Plb.3.80.3

; λόγοι δημαγωγοῦ, opp. ἔργα τυράννου, And.4.27
;

ἔστι γὰρ ὁ δ. τοῦ δήμου κόλαξ Arist.Pol.1313b40

, cf. 1292a20, etc.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δημαγωγός — popular leader masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημαγωγός — ο (AM δημαγωγός) αυτός που με απατηλά και ανέντιμα μέσα παραπλανά τον λαό και τόν προσεταιρίζεται για να πετύχει τους σκοπούς του αρχ. ο ηγέτης, ο λαϊκός ηγέτης, ο επικεφαλής μεγάλου κόμματος ή παράταξης. [ΕΤΥΜΟΛ. < δήμος + αγωγός < άγω] …   Dictionary of Greek

  • δημαγωγός — ο αυτός που αποσκοπεί στην κατάκτηση της εμπιστοσύνης του λαού με απατηλά μέσα: Ο κάθε πολιτικός αναγκάζεται περιστασιακά να γίνει και δημαγωγός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Τὸν μέσον δάκτυλον ἐκτείνας, οὗτος ὑμῖν ἔφη ἐσὶν ὁ ’Αθηναίων δημαγωγός. — τὸν μέσον δάκτυλον ἐκτείνας, οὗτος ὑμῖν ἔφη ἐσὶν ὁ ’Αθηναίων δημαγωγός. См. Пальцем показывать …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Демагог — (δημαγωγός) вождь народа. В древней Греции, в особенности в Афинах, так называли людей, которые благодаря своему государственному уму и ораторскому таланту приобретали сильное влияние на народ и делались его вождями и руководителями. В этом… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • ДЕМАГОГИЯ —    • Δημαγωγός,          есть, собственно, произведение греческих демократий и, особенно в Афинах, развилась до такой степени, что подрывала общественное благосостояние. В Афинах, как и вообще в городах с демократическим правлением, было принято… …   Реальный словарь классических древностей

  • δημαγωγοί — δημαγωγός popular leader masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημαγωγούς — δημαγωγός popular leader masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημαγωγέ — δημαγωγός popular leader masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημαγωγῷ — δημαγωγός popular leader masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημαγωγόν — δημαγωγός popular leader masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.